Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tanzen
01
χορεύω
Sich zur Musik bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tanze
γ΄ ενικό πρόσωπο
tanzt
ενεστώτα μετοχή
tanzend
απλός αόριστος
tanzte
παθητική μετοχή
getanzt
Παραδείγματα
Die Kinder tanzen im Kreis.
Τα παιδιά χορεύουν σε κύκλο.



























