tanzen
tanzen
tant͡sn
tantsn
tanken

Ορισμός και σημασία του "tanzen"στα γερμανικά

tanzen
01

χορεύω

Sich zur Musik bewegen 
tanzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tanze
γ΄ ενικό πρόσωπο
tanzt
ενεστώτα μετοχή
tanzend
απλός αόριστος
tanzte
παθητική μετοχή
getanzt
Παραδείγματα
Wir tanzen auf der Party. 

Εμείς χορεύουμε στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store