Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Tal
01
κοιλάδα, κοιλάδα
Eine lange, flache Landschaft zwischen Bergen oder Hügeln
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Täler
γενική πτώση
Tal(e)s
Παραδείγματα
Das Tal ist grün und voller Blumen.
Η κοιλάδα είναι πράσινη και γεμάτη λουλούδια.



























