Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Tal
01
κοιλάδα, κοιλάδα
Eine lange, flache Landschaft zwischen Bergen oder Hügeln
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Tal(e)s
πληθυντικός τύπος
Täler
Παραδείγματα
Das Tal bietet Schutz vor dem Wind.
Η κοιλάδα προσφέρει προστασία από τον άνεμο.



























