das tal
tal
ta:l
tal
toll

Ορισμός και σημασία του "tal"στα γερμανικά

01

κοιλάδα, κοιλάδα

Eine lange, flache Landschaft zwischen Bergen oder Hügeln 
das Tal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Tal(e)s
πληθυντικός τύπος
Täler
Παραδείγματα
Das Tal ist grün und voller Blumen. 

Η κοιλάδα είναι πράσινη και γεμάτη λουλούδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store