der tag
tag
ta:k
tak

Ορισμός και σημασία του "tag"στα γερμανικά

01

ημέρα, μέρα

Ein Zeitraum von 24 Stunden, von Mitternacht bis Mitternacht 
der Tag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Tage
γενική πτώση
Tag(e)s
Παραδείγματα
Ein Jahr hat 365 Tage. 

Ένας χρόνος έχει 365 ημέρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store