Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tagesliege
01
ημερήσιο κρεβάτι, καναπές για την ημέρα
ein Möbelstück, das sowohl als Liegefläche zum Entspannen als auch als Sitzgelegenheit verwendet werden kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tagesliege
πληθυντικός τύπος
Tagesliegen
Παραδείγματα
Er legt sich oft auf die Tagesliege, um ein Buch zu lesen.
Συχνά ξαπλώνει στο κρεβάτι ημέρας για να διαβάσει ένα βιβλίο.



























