Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tafel
01
σανίδα, πλακέτα
Flaches Brett oder große Schreibfläche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tafeln
γενική πτώση
Tafel
Παραδείγματα
Die Lehrerin schreibt die Aufgabe an die Tafel.
Η δασκάλα γράφει την εργασία στον πίνακα.
02
μπάρα, πλάκα
Kleine flache Stücke
Παραδείγματα
Ich esse eine Tafel Schokolade.
Τρώω μία πλάκα σοκολάτας.
LanGeek



























