die säule
säu
ˈzɔɪ
ζοϊ
le
λα
säure

Ορισμός και σημασία του "säule"στα γερμανικά

01

στήλη, κολώνα

Senkrecht stehendes, meist rundes Bauelement, das ein Bauwerk trägt oder gliedert 
die Säule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Säulen
γενική πτώση
Säule
Παραδείγματα
Die Säule ist aus Stein. 

Η στήλη είναι από πέτρα.

02

- , -

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store