Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Säule
[gender: feminine]
01
στήλη, κολώνα
Senkrecht stehendes, meist rundes Bauelement, das ein Bauwerk trägt oder gliedert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Säule
πληθυντικός τύπος
Säulen
Παραδείγματα
Die Säule dient nicht nur der Stabilität, sondern auch der Dekoration.
Η στήλη εξυπηρετεί όχι μόνο τη σταθερότητα, αλλά και τη διακόσμηση.
02
پمپ سوخت



























