suchen
su
ˈzu:
zoo
chen
xən
khēn

Ορισμός και σημασία του "suchen"στα γερμανικά

suchen
01

αναζητώ, ερευνώ

Versuchen, etwas oder jemanden zu finden 
suchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
suche
γ΄ ενικό πρόσωπο
sucht
ενεστώτα μετοχή
suchend
απλός αόριστος
suchte
παθητική μετοχή
gesucht
Παραδείγματα
Ich suche meinen Schlüssel. 

Ψάχνω το κλειδί μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store