Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suchen
01
αναζητώ, ερευνώ
Versuchen, etwas oder jemanden zu finden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
suche
γ΄ ενικό πρόσωπο
sucht
ενεστώτα μετοχή
suchend
απλός αόριστος
suchte
παθητική μετοχή
gesucht
Παραδείγματα
Er sucht seit Stunden sein Handy.
Αυτός ψάχνει το τηλέφωνό του για ώρες.



























