Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stürmisch
01
καταιγιδώδης, θυελλώδης
Mit starkem Wind oder heftigem Wetter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am stürmischsten
συγκριτικός βαθμός
stürmischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Meer war heute sehr stürmisch, deshalb durften die Boote nicht ausfahren.
Η θάλασσα ήταν πολύ θυελλώδης σήμερα, γι' αυτό τα σκάφη δεν επιτράπηκε να βγουν.



























