Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stürmisch
01
καταιγιδώδης, θυελλώδης
Mit starkem Wind oder heftigem Wetter
Παραδείγματα
Wegen des stürmischen Wetters wurde das Fußballspiel abgesagt.
Λόγω του θυελλώδους καιρού, ο αγώνας ποδοσφαίρου ακυρώθηκε.


























