die Störung
Pronunciation
/ˈʃtøːʁʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "störung"στα γερμανικά

Die Störung
[gender: feminine]
01

διατάραξη, παρεμβολή

Belästigung oder unerwünschte Einmischung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Störung
πληθυντικός τύπος
Störungen
Παραδείγματα
Entschuldigung für die Störung!
Συγγνώμη για την παρεμπόδιση !
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store