Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stylen
01
στυλάρω, δίνω στυλ
Etwas oder jemanden modisch gestalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
style
γ΄ ενικό πρόσωπο
stylet
ενεστώτα μετοχή
stylend
απλός αόριστος
stylte
παθητική μετοχή
gestylt
Παραδείγματα
Sie stylt jeden Morgen ihre Haare.
Εκείνη καθαρίζει τα μαλλιά της κάθε πρωί.



























