stylen
stylen
ʃtaɪ̯lən
shtailēn

Ορισμός και σημασία του "stylen"στα γερμανικά

stylen
01

στυλάρω, δίνω στυλ

Etwas oder jemanden modisch gestalten 
stylen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
style
γ΄ ενικό πρόσωπο
stylet
ενεστώτα μετοχή
stylend
απλός αόριστος
stylte
παθητική μετοχή
gestylt
Παραδείγματα
Sie stylt jeden Morgen ihre Haare. 

Εκείνη καθαρίζει τα μαλλιά της κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store