stylen
Pronunciation
/ˈstaɪ̯lən/

Ορισμός και σημασία του "stylen"στα γερμανικά

stylen
[past form: stylte]
01

στυλάρω, δίνω στυλ

Etwas oder jemanden modisch gestalten
stylen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
style
γ΄ ενικό πρόσωπο
stylet
ενεστώτα μετοχή
stylend
απλός αόριστος
stylte
παθητική μετοχή
gestylt
Παραδείγματα
Dieser Profi stylt Models für Fashion-Shows.
Αυτός ο επαγγελματίας στυλίζει μοντέλα για εκδηλώσεις μόδας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store