Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Stundenlohn
01
ωρομίσθιο, ωριαία αμοιβή
Das Geld, das man für eine Arbeitsstunde bekommt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stundenlöhne
γενική πτώση
Stundenlohn(e)s
Παραδείγματα
Sein Stundenlohn beträgt 15 Euro.
Ο ωρομίσθιός του είναι 15 ευρώ.
LanGeek



























