Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Studentenwerk
01
οργανισμός φοιτητικών υπηρεσιών, φορέας υποστήριξης φοιτητών
Eine Organisation, die Studierende sozial, kulturell und wirtschaftlich unterstützt, z. B. durch Wohnheime, Mensen und Beratungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Studentenwerke
γενική πτώση
Studentenwerks
Παραδείγματα
Das Studentenwerk hilft Studierenden bei der Wohnungssuche.
Το Studentenwerk βοηθά τους φοιτητές στην αναζήτηση στέγασης.
LanGeek



























