Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strukturieren
[past form: strukturierte]
01
δομώ, οργανώνω
Etwas in eine bestimmte Ordnung oder Gliederung bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
strukturiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
strukturiert
ενεστώτα μετοχή
strukturierend
απλός αόριστος
strukturierte
παθητική μετοχή
strukturiert
Παραδείγματα
Ich finde es schwierig, meine Gedanken zu strukturieren.
Βρίσκω δύσκολο να δομήσω τις σκέψεις μου.



























