Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strapazieren
01
υποβάλλω σε ένταση, φθείρω
Etwas stark beanspruchen oder belasten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
strapaziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
strapaziert
ενεστώτα μετοχή
strapazierend
απλός αόριστος
strapazierte
παθητική μετοχή
strapaziert
Παραδείγματα
Die holprige Piste strapaziert die Federung des Jeeps.
Ο ανώμαλος δρόμος φορτώνει την ανάρτηση του τζιπ.



























