die straftat
straf
ˈʃtʁaf
shtraf
tat
ta:t
tat

Ορισμός και σημασία του "straftat"στα γερμανικά

01

έγκλημα, ποινικό αδίκημα

Ein Verstoß gegen das Gesetz. Man kann dafür bestraft werden 
die Straftat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Straftaten
γενική πτώση
Straftat
Παραδείγματα
Diebstahl ist eine Straftat. 

Η κλοπή είναι έγκλημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store