das stockwerk
stockwerk
ʃtɔkvɛɐ̯k
shtawkvek

Ορισμός και σημασία του "stockwerk"στα γερμανικά

01

όροφος, επίπεδο

Ein Teil eines Gebäudes, der durch Decken von anderen Teilen getrennt ist 
das Stockwerk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Stockwerke
γενική πτώση
Stockwerk(e)s
Παραδείγματα
Unser Büro ist im dritten Stockwerk. 

Το γραφείο μας βρίσκεται στον τρίτο όροφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stockwerk

stock

+

werk

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store