Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Stift
01
στυλό, μολύβι
Ein Werkzeug zum Schreiben oder Zeichnen, wie Bleistift oder Kugelschreiber
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stift(e)s
πληθυντικός τύπος
Stifte
Παραδείγματα
Ich schreibe meinen Namen mit einem Stift.
Γράφω το όνομά μου με ένα στυλό.



























