das Stichwort
Pronunciation
/ˈʃtɪçˌvɔʁt/

Ορισμός και σημασία του "stichwort"στα γερμανικά

Das Stichwort
[gender: neuter]
01

λέξη-κλειδί, λέξη εισαγωγής

Ein Schlüsselbegriff oder Hauptbegriff in einem Lexikon, Index oder System
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Stichwort(e)s
πληθυντικός τύπος
Stichwörter
Παραδείγματα
Das Stichwort fehlt in der Enzyklopädie.
Η λέξη-κλειδί λείπει στην εγκυκλοπαίδεια.
02

λέξη-κλειδί, κεντρικός όρος

Ein zentrales Wort oder Begriff, das das Thema oder den Inhalt zusammenfasst
Παραδείγματα
Das Stichwort hilft mir, das Thema schnell zu finden.
Η λέξη-κλειδί με βοηθά να βρω το θέμα γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store