stichhaltig
Pronunciation
/ˈʃtɪçˌhaltɪç/

Ορισμός και σημασία του "stichhaltig"στα γερμανικά

stichhaltig
01

έγκυρος, πειστικός

Logisch und überzeugend
stichhaltig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am stichhaltigsten
συγκριτικός βαθμός
stichhaltiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ihre Kritik war stichhaltig und gerechtfertigt.
Η κριτική της ήταν βάσιμη και δικαιολογημένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store