Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stichhaltig
01
έγκυρος, πειστικός
Logisch und überzeugend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am stichhaltigsten
συγκριτικός βαθμός
stichhaltiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er hat stichhaltige Gründe für seine Entscheidung.
Έχει στέρεους λόγους για την απόφασή του.



























