Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Stiefel
[gender: masculine]
01
μπότα, παπούτσια ψηλά
Ein Schuh, der den Fuß und oft den Unterschenkel bedeckt
Παραδείγματα
Im Wald sind feste Stiefel wichtig.
Στο δάσος, τα γερά μπότες είναι σημαντικά.


























