die stichprobe
stichprobe
ʃtɪçpʁo:bɐ
shtichprob

Ορισμός και σημασία του "stichprobe"στα γερμανικά

Die Stichprobe
01

δείγμα, επιλογή

Eine kleine Gruppe, die man für eine Untersuchung auswählt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Stichproben
γενική πτώση
Stichprobe
Παραδείγματα
Die Stichprobe besteht aus 100 Personen. 

Το δείγμα αποτελείται από 100 άτομα.

02

δειγματοληψία, λήψη δείγματος

der Vorgang, bei dem Stichproben aus einer größeren Menge entnommen werden 
Παραδείγματα
Die Stichprobe erfolgte nach einem festen Verfahren. 

Η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με μια σταθερή διαδικασία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store