Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Stichprobe
01
δείγμα, επιλογή
Eine kleine Gruppe, die man für eine Untersuchung auswählt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Stichprobe
πληθυντικός τύπος
Stichproben
Παραδείγματα
Die Stichprobe besteht aus 100 Personen.
Το δείγμα αποτελείται από 100 άτομα.
02
δειγματοληψία, λήψη δείγματος
der Vorgang, bei dem Stichproben aus einer größeren Menge entnommen werden
Παραδείγματα
Die Stichprobe erfolgte nach einem festen Verfahren.
Η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με μια σταθερή διαδικασία.



























