der steward
steward
ʃtju:ɐt
shtyoot

Ορισμός και σημασία του "steward"στα γερμανικά

01

αεροσυνοδός, επιμελητής πτήσης

Eine Person, die Passagiere in einem Flugzeug betreut und ihnen während des Flugs hilft 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stewards
αρσενικό ενικό
Steward
θηλυκό ενικό
Stewardess
neutral form
Flugbegleiter
γενική πτώση
Stewards
Παραδείγματα
Der Steward bringt den Passagieren Getränke. 

Ο αεροσυνοδός φέρνει ποτά στους επιβάτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store