stetig
ste
ˈʃte:
στε
tig
tɪk
τικ

Ορισμός και σημασία του "stetig"στα γερμανικά

01

συνεχής, σταθερός

Ohne Unterbrechung oder Schwankung 
stetig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am stetigsten
συγκριτικός βαθμός
stetiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Veränderung, Prozess, Trend
Παραδείγματα
Die Firma verzeichnet ein stetiges Wachstum. 

Η εταιρεία καταγράφει σταθερή ανάπτυξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store