sterben
Pronunciation
/ˈʃtɛʁbən/

Ορισμός και σημασία του "sterben"στα γερμανικά

sterben
01

πεθαίνω, αποθνήσκω

Das Leben verlieren, aufhören zu leben
sterben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
sterbe
γ΄ ενικό πρόσωπο
stirbt
ενεστώτα μετοχή
sterbend
απλός αόριστος
starb
παθητική μετοχή
gestorben
Παραδείγματα
Manchmal sterben Menschen plötzlich.
Μερικές φορές, οι άνθρωποι πεθαίνουν ξαφνικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store