sterben
sterben
ʃtɛʁbm
shterbm
streben

Ορισμός και σημασία του "sterben"στα γερμανικά

sterben
01

πεθαίνω, αποθνήσκω

Das Leben verlieren, aufhören zu leben 
sterben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
sterbe
γ΄ ενικό πρόσωπο
stirbt
ενεστώτα μετοχή
sterbend
απλός αόριστος
starb
παθητική μετοχή
gestorben
Παραδείγματα
Mein Großvater ist letztes Jahr gestorben. 

Ο παππούς μου πέθανε πέρυσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store