Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Stempel
01
σφραγίδα, σήμα
Ein Werkzeug zum Aufdrücken von Schriftzeichen oder Mustern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stempel
γενική πτώση
Stempels
Παραδείγματα
Der Beamte drückte einen Stempel auf das Dokument.
Ο υπάλληλος έβαλε μια σφραγίδα στο έγγραφο.
LanGeek



























