Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stehlen
01
κλέβω, αρπάζω
Etwas heimlich wegnehmen, ohne Erlaubnis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stehle
γ΄ ενικό πρόσωπο
stiehlt
ενεστώτα μετοχή
stehlend
απλός αόριστος
stahl
παθητική μετοχή
gestohlen
Παραδείγματα
Er hat das Fahrrad gestohlen.
Έκλεψε το ποδήλατο.
02
ξεγλιστρώ, ξεφεύγω κρυφά
Leise und heimlich weggehen
Παραδείγματα
Er hat sich heimlich aus dem Raum gestohlen.
Κλέφτηκε ήσυχα από το δωμάτιο.



























