Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stechen
01
τσιμπάω
Etwas mit einem spitzen Gegenstand oder einem Insekt schmerzhaft in die Haut drücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
steche
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticht
ενεστώτα μετοχή
stechend
απλός αόριστος
stach
παθητική μετοχή
gestochen
Παραδείγματα
Der Kaktus kann stechen.
Ο κάκτος μπορεί να τσιμπήσει.



























