Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
staunen
[past form: staunte]
01
εκπλήσσομαι, θαυμάζω
Überrascht oder beeindruckt sein von etwas Unerwartetem oder Besonderem
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
staune
γ΄ ενικό πρόσωπο
staunt
ενεστώτα μετοχή
staunend
απλός αόριστος
staunte
παθητική μετοχή
gestaunt
Παραδείγματα
Wir haben gestaunt, wie schön die Natur hier ist.
Θαυμάσαμε πόσο όμορφη είναι η φύση εδώ.



























