Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Staub
01
σκόνη, σκόνη
Feine kleine Partikel, die in der Luft oder auf Oberflächen liegen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stäube
γενική πτώση
Staub(e)s
Παραδείγματα
Auf dem Tisch liegt viel Staub.
Στο τραπέζι υπάρχει πολλή σκόνη.
LanGeek



























