die statur
statur
ʃta:tu:ɐ̯
shtatoo

Ορισμός και σημασία του "statur"στα γερμανικά

01

σωματοδομή, φυσική διάπλαση

Der Körperbau oder die körperliche Gestalt eines Menschen 
die Statur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Staturen
γενική πτώση
Statur
Παραδείγματα
Er hat eine kräftige Statur. 

Έχει μια εύρωστη σωματική διάπλαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store