das start-up
start
ʃtaʁtʔap
shtartap
up

Ορισμός και σημασία του "start-up"στα γερμανικά

01

start-up, νεοσύστατη επιχείρηση

Ein neu gegründetes, oft innovatives Unternehmen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Start-ups
πληθυντικός τύπος
Start-ups
Παραδείγματα
Das Start-up entwickelt eine neue App. 

Η start-up αναπτύσσει μια νέα εφαρμογή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store