Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Start-up
[gender: neuter]
01
start-up, νεοσύστατη επιχείρηση
Ein neu gegründetes, oft innovatives Unternehmen
Παραδείγματα
Start-ups brauchen oft Investoren.
Οι start-ups χρειάζονται συχνά επενδυτές.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
start-up, νεοσύστατη επιχείρηση