der stapel
stapel
ʃta:pl
shtapl

Ορισμός και σημασία του "stapel"στα γερμανικά

01

στοίβα, σωρός

Mehrere Dinge, die ordentlich übereinandergelegt sind 
der Stapel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Stapels
πληθυντικός τύπος
Stapel
Παραδείγματα
Der Stapel Bücher liegt auf dem Tisch. 

Η στοίβα των βιβλίων βρίσκεται στο τραπέζι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store