das standesamt
standesamt
ʃtandəsʔamt
στανντασαμτ

Ορισμός και σημασία του "standesamt"στα γερμανικά

Das Standesamt
01

γραφείο ληξιαρχείου, δημαρχείο (για γάμους)

Ein Amt, wo Geburt, Hochzeit und Tod offiziell registriert werden 
das Standesamt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Standesämter
γενική πτώση
Standesamt(e)s
Παραδείγματα
Wir gehen zum Standesamt. 

Πηγαίνουμε στο Ληξιαρχείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store