Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stammen
[past form: stammte]
01
προέρχομαι από, καταγόμαι από
Von einem Ort kommen
Παραδείγματα
Das Buch stammt aus dem 19. Jahrhundert.
Το βιβλίο προέρχεται από τον 19ο αιώνα.
02
προέρχομαι, καταγόμαι
Von etwas produziert oder hergeleitet sein
Παραδείγματα
Das Möbelstück stammt aus dem 18. Jahrhundert.
Το έπιπλο προέρχεται από τον 18ο αιώνα.


























