Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stammen
01
προέρχομαι από, καταγόμαι από
Von einem Ort kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
stamme
γ΄ ενικό πρόσωπο
stammt
ενεστώτα μετοχή
stammend
απλός αόριστος
stammte
παθητική μετοχή
gestammt
Παραδείγματα
Er stammt aus Berlin.
Αυτός καταγεται από το Βερολίνο.
02
προέρχομαι, καταγόμαι
Von etwas produziert oder hergeleitet sein
Παραδείγματα
Der Wein stammt aus dieser Region.
Το κρασί προέρχεται από αυτήν την περιοχή.



























