stammen
Pronunciation
/ˈʃtamən/

Ορισμός και σημασία του "stammen"στα γερμανικά

stammen
01

προέρχομαι από, καταγόμαι από

Von einem Ort kommen
stammen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
stamme
γ΄ ενικό πρόσωπο
stammt
ενεστώτα μετοχή
stammend
απλός αόριστος
stammte
παθητική μετοχή
gestammt
Παραδείγματα
Das Buch stammt aus dem 19. Jahrhundert.
Το βιβλίο προέρχεται από τον 19ο αιώνα.
02

προέρχομαι, καταγόμαι

Von etwas produziert oder hergeleitet sein
stammen definition and meaning
Παραδείγματα
Das Möbelstück stammt aus dem 18. Jahrhundert.
Το έπιπλο προέρχεται από τον 18ο αιώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store