Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Stadtführung
[gender: feminine]
01
ξενάγηση της πόλης
Eine geführte Tour durch eine Stadt, bei der man Sehenswürdigkeiten zeigt und erklärt bekommt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Stadtführung
πληθυντικός τύπος
Stadtführungen
Παραδείγματα
Die Stadtführung beginnt am Rathaus.
Η ξενάγηση της πόλης ξεκινά στο δημαρχείο.



























