die spüle
spü
ˈʃpy:
shpy
le

Ορισμός και σημασία του "spüle"στα γερμανικά

01

νιπτήρας, νιπτήρα

Ein Becken in der Küche, das zum Spülen von Geschirr und Lebensmitteln verwendet wird 
die Spüle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Spülen
γενική πτώση
Spüle
Παραδείγματα
Die Spüle ist aus Edelstahl gefertigt. 

Ο νεροχύτης είναι κατασκευασμένος από ανοξείδωτο χάλυβα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store