Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
springen
01
πηδώ
Sich schnell mit den Beinen vom Boden abstoßen und in die Luft bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
springe
γ΄ ενικό πρόσωπο
springt
ενεστώτα μετοχή
springend
απλός αόριστος
sprang
παθητική μετοχή
gesprungen
Παραδείγματα
Er sprang ins kalte Wasser.
Αυτός πήδηξε στο κρύο νερό.



























