Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sportlich
01
αθλητικός, αθλητικού τύπου
Auf Sport bezogen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
am sportlichsten
συγκριτικός βαθμός
sportlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er bevorzugt sportliche Freizeitaktivitäten.
Προτιμά αθλητικές δραστηριότητες αναψυχής.
02
αθλητικός, αθλητικό
Körperlich aktiv
Παραδείγματα
Kinder sollten sportlich aktiv sein.
Τα παιδιά πρέπει να είναι αθλητικά.



























