das spektakel
spek
ˈʃpɛk
shpek
takel
takl
takl

Ορισμός και σημασία του "spektakel"στα γερμανικά

01

θέαμα, ταραχή

Eine laute oder auffällige Szene, die viele Leute sehen oder hören 
das Spektakel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Spektakel
γενική πτώση
Spektakels
Παραδείγματα
Vor dem Laden gab es ein großes Spektakel. 

Πριν από το κατάστημα, υπήρχε ένα μεγάλο θέαμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store