Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Spektakel
[gender: neuter]
01
θέαμα, ταραχή
Eine laute oder auffällige Szene, die viele Leute sehen oder hören
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Spektakels
πληθυντικός τύπος
Spektakel
Παραδείγματα
Das Spektakel auf der Straße dauerte mehrere Stunden.
Το θέαμα στο δρόμο διήρκεσε αρκετές ώρες.



























