speichern
spei
ˈʃpaɪ̯
σπαι
chern
çɐn
χν

Ορισμός και σημασία του "speichern"στα γερμανικά

speichern
01

αποθηκεύω, αποθηκεύω δεδομένα

Daten oder Informationen elektronisch behalten 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
speichere
γ΄ ενικό πρόσωπο
speichert
ενεστώτα μετοχή
speichernd
απλός αόριστος
speicherte
παθητική μετοχή
gespeichert
Παραδείγματα
Ich speichere das Foto auf meinem Handy. 

Εγώ αποθηκεύω τη φωτογραφία στο κινητό μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store