speichern
Pronunciation
/ˈʃpaɪ̯çɐn/

Ορισμός και σημασία του "speichern"στα γερμανικά

speichern
01

αποθηκεύω, αποθηκεύω δεδομένα

Daten oder Informationen elektronisch behalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
speichere
γ΄ ενικό πρόσωπο
speichert
ενεστώτα μετοχή
speichernd
απλός αόριστος
speicherte
παθητική μετοχή
gespeichert
Παραδείγματα
Der Computer speichert automatisch alle Änderungen.
Ο υπολογιστής αποθηκεύει αυτόματα όλες τις αλλαγές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store