Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
speichern
01
αποθηκεύω, αποθηκεύω δεδομένα
Daten oder Informationen elektronisch behalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
speichere
γ΄ ενικό πρόσωπο
speichert
ενεστώτα μετοχή
speichernd
απλός αόριστος
speicherte
παθητική μετοχή
gespeichert
Παραδείγματα
Der Computer speichert automatisch alle Änderungen.
Ο υπολογιστής αποθηκεύει αυτόματα όλες τις αλλαγές.



























