Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Spaßfaktor
[gender: masculine]
01
παράγοντας διασκέδασης, παράγοντας ψυχαγωγίας
Das Maß an Unterhaltung und Freude, das eine Aktivität oder Situation bietet
Παραδείγματα
Beim Teamausflug stand der Spaßfaktor im Vordergrund.
Κατά την εκδρομή της ομάδας, ο παράγοντας διασκέδασης ήταν η προτεραιότητα.


























