Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Spaßfaktor
01
παράγοντας διασκέδασης, παράγοντας ψυχαγωγίας
Das Maß an Unterhaltung und Freude, das eine Aktivität oder Situation bietet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Spaßfaktoren
γενική πτώση
Spaßfaktors
Παραδείγματα
Der Spaßfaktor bei diesem Spiel ist sehr hoch!
Ο παράγοντας διασκέδασης αυτού του παιχνιδιού είναι πολύ υψηλός!
LanGeek



























