der speck
speck
ʃpɛk
σπεκ
dreckzweckflecksnack

Ορισμός και σημασία του "speck"στα γερμανικά

01

μπέικον, παστό χοιρινό

Gepökeltes und geräuchertes Schweinefleisch, oft dünn geschnitten 
der Speck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Specke
γενική πτώση
Speck(e)s
Παραδείγματα
Ich esse gern Speck zum Frühstück. 

Μου αρέσει να τρώω μπέικον στο πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store