der spaß
spaß
ʃpa:s
shpas

Ορισμός και σημασία του "spaß"στα γερμανικά

01

διασκέδαση, απόλαυση

Ein angenehmes Gefühl der Freude oder Unterhaltung 
der Spaß definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Späße
γενική πτώση
Spaß(e)s
Παραδείγματα
Wir hatten viel Spaß auf der Party. 

Διασκεδάσαμε πολύ στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store