der Spaziergang
Pronunciation
/ʃpaˈʦiːɐ̯ˌɡaŋ/

Ορισμός και σημασία του "spaziergang"στα γερμανικά

Der Spaziergang
01

περίπατος, βόλτα

Ein entspannter Gang zu Fuß in der Natur oder Stadt zur Erholung
der Spaziergang definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Spaziergang(e)s
πληθυντικός τύπος
Spaziergänge
Παραδείγματα
Kommst du zum Spaziergang mit?
Έρχεσαι στο περίπατο μαζί μας;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store