Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Spaziergang
01
περίπατος, βόλτα
Ein entspannter Gang zu Fuß in der Natur oder Stadt zur Erholung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Spaziergang(e)s
πληθυντικός τύπος
Spaziergänge
Παραδείγματα
Kommst du zum Spaziergang mit?
Έρχεσαι στο περίπατο μαζί μας;



























