Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sparsam
01
οικονομικός, φειδωλός
Mit Geld oder Ressourcen vorsichtig und bedacht umgehend, ohne zu verschwenden
Παραδείγματα
Meine Großeltern waren zeitlebens sparsam und haben jeden Cent zweimal umgedreht.
Οι παππούδες μου ήταν οικονομικοί όλη τους τη ζωή και γύριζαν κάθε λεπτό δύο φορές.


























