der sozialismus
sozialismus
sotsi̯a:lɪsmʊs
sotsialismoos

Ορισμός και σημασία του "sozialismus"στα γερμανικά

Der Sozialismus
01

σοσιαλισμός, συλλογισμός

Eine Gesellschaftsform, in der Eigentum und Produktion oft gemeinsam genutzt werden, um mehr Gleichheit zu schaffen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Sozialismen
γενική πτώση
Sozialismus
Παραδείγματα
Im Sozialismus gehört das Land der Gemeinschaft. 

Στον σοσιαλισμό, η γη ανήκει στην κοινότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store