Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Sozialarbeiter
01
κοινωνικός λειτουργός, κοινωνικός εργαζόμενος
Eine Person, die Menschen in schwierigen Lebenslagen unterstützt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Sozialarbeiter
αρσενικό ενικό
Sozialarbeiter
θηλυκό ενικό
Sozialarbeiterin
neutral form
Sozialarbeitende
γενική πτώση
Sozialarbeiters
Παραδείγματα
Der Sozialarbeiter hilft Jugendlichen mit Problemen.
Ο κοινωνικός λειτουργός βοηθά τους νέους με προβλήματα.
LanGeek



























