sowieso
so
ˈso:
so
wie
vi
vi
so
ˌso:
so

Ορισμός και σημασία του "sowieso"στα γερμανικά

01

ούτως ή άλλως, σε κάθε περίπτωση

In jedem Fall 
sowieso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich gehe sowieso ins Kino, kommst du mit? 

Πάω ούτως ή άλλως στον κινηματογράφο, έρχεσαι;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store