Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sorgen
01
ανησυχώ, αγωνιώ
Angst oder Sorge um jemanden oder etwas haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
sorgt
ενεστώτα μετοχή
sorgend
απλός αόριστος
sorgte
παθητική μετοχή
gesorgt
Παραδείγματα
Ich sorge mich um meine Gesundheit.
Ανησυχώ για την υγεία μου.
02
φροντίζω, περιποιούμαι
Für jemanden oder etwas verantwortlich sein und darauf achten
Παραδείγματα
Sie sorgt für ihre kranke Mutter.
Φροντίζει τη άρρωστη μητέρα της.
03
οργανώνω, διατάσσω
Für etwas sorgen heißt, dass man etwas in die Wege leitet oder erledigt
Παραδείγματα
Er sorgt für eine gute Unterkunft.
Αυτός φροντίζει για καλή διαμονή.



























